Μαστοράκη Μαρία Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω Εργατολόγος - Αστικολόγος
 
 
 
 

Κληρονομικό Δίκαιο

 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

1. Είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης υπέρ προσώπου τόσο αόριστου ώστε ο προσδιορισμός του είναι αδύνατος.

2. Η διάταξη διαθήκης η οποία είναι προϊόν απειλής που ασκήθηκε παράνομα και αντίθετα προς τα χρηστά ήθη είναι ακυρώσιμη.

3. Ακυρώσιμη επίσης είναι η διαθήκη αν είναι προϊόν πλάνης περί την ταυτότητα του τιμώμενου προσώπου ή περί τα παραγωγικά αίτια.

4. Η διάταξη σε διαθήκη υπέρ συζύγου του κληρονομούμενου σε περίπτωση αμφιβολίας είναι ακυρώσιμη, εφόσον ο μεταξύ τους γάμος είναι άκυρος, ή λύθηκε όσο ζούσε ο διαθέτης, ή εφόσον ο διαθέτης έχοντας βάσιμο λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου πριν το θάνατο του.

5. Είναι ακυρώσιμη η διαθήκη αν ο διαθέτης παρέλειψε μεριδούχο που υπήρχε κατά το θάνατο του, η ύπαρξη του οποίου, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, δεν του ήταν άγνωστη ή που γεννήθηκε ή έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξη της. Η ακύρωση αποκλείεται όταν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης θα προχωρούσε στη σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε τη πραγματική κατάσταση που υπήρχε ή επήλθε.

6. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις την ακύρωση ζητεί μόνον εκείνος που ωφελείται άμεσα από την ακύρωση της διαθήκης και στη περίπτωση του μεριδούχου μόνον ο μεριδούχος που παραλείφθηκε.

7. Αξίωση για αποζημίωση κατ’ άρθρο 145 ΑΚ δεν υφίσταται σε περίπτωση ακύρωσης της διαθήκης.

8. Το δικαίωμα για ακύρωση της διάταξης τελευταίας βούλησης (διαθήκη) παραγράφεται μετά την πάροδο διετίας από της δημοσίευσης της διαθήκης.

9. Ο διαθέτης δε μπορεί να εξαρτήσει την ισχύ διάταξης τελευταίας βούλησης από τη γνώμη άλλου. Δεν μπορεί επίσης να αναθέσει σε άλλον τον προσδιορισμό είτε του τιμώμενου προσώπου είτε του πράγματος που καταλείπεται.

10. Αν ο διαθέτης χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό μνημόνευσε στη διαθήκη τους «εξ αδιαθέτου» ή τους «νομίμους» κληρονόμους του ή τους «συγγενείς» του σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρούνται ότι έχουν τιμηθεί εκείνοι που καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά το χρόνο της επαγωγής κατά την αναλογία της μερίδας τους.

11. Η αίρεση της αγαμίας που προστίθεται σε διάταξη τελευταίας βούλησης θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί. Είναι όμως ισχυρή η αίρεση της χηρείας σε διάταξη του ενός συζύγου υπέρ του άλλου.

12. Αν βάσει της διαθήκης απαιτείται να συμπράξει τρίτος για να πληρωθεί η αίρεση με την οποίαν έχει γραφεί ο τιμώμενος και ο τρίτος αρνείται να συμπράξει, η αίρεση σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχει πληρωθεί.

13. Αν ο διαθέτης άφησε στον τιμώμενο ολόκληρη την περιουσία του ή ποσοστό της, ο τιμώμενος θεωρείται ότι έχει εγκατασταθεί ως κληρονόμος, ακόμη και αν δεν ονομάστηκε κληρονόμος. Αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος.

14. Αν έχει εγκατασταθεί ένας μόνο κληρονόμος και έχει περιοριστεί σε ποσοστό της κληρονομίας ως προς το υπόλοιπο μέρος επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Το ίδιο ισχύει και όταν έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από τους οποίους έχει περιοριστεί σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο.

15. Αν σύμφωνα με τη θέληση του διαθέτη οι εγκατάστατοι γράφηκαν ως οι μόνοι κληρονόμοι και καθένας από αυτούς εγκαταστάθηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά δεν εξαντλούν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη αύξηση των ποσοστών.

16. Αν καθένας από τους εγκατάστατους γράφηκε σε ποσοστό και τα ποσοστά υπερβαίνουν τον κλήρο, επέρχεται ανάλογη μείωση των ποσοστών.

17. Αν εγκαταστάθηκαν περισσότεροι κληρονόμοι χωρίς προσδιορισμό των μερίδων, θεωρούνται όλοι εγκατάστατοι σε ίσα μέρη, εκτός από τις περιπτώσεις όπου στη διαθήκη χαρακτηρίζονται ως «εξ αδιαθέτου κληρονόμοι» ή «συγγενείς» ή «κατιόντες», όπου καλούνται οι εξ αδιαθέτου, κατά το χρόνο του θανάτου, κληρονόμοι, ή κατιόντες.

18. Άκυρη διαθήκη είναι αυτή όπου βάσει του Νόμου είναι εξ υπαρχής άκυρη.
Ακυρώσιμη είναι η διαθήκη η οποία ακυρώνεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου, η δε αγωγή στη περίπτωση αυτή είναι διαπλαστικού χαρακτήρα.