Μαστοράκη Μαρία Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω Εργατολόγος - Αστικολόγος
 
 
 
 

Συναλλακτικές σχέσεις των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων μεταξύ τους και με τον πελάτη - Άρθρο 5 - Νόμος 4583/2018.

 
1. Ο ασφαλιστικός πράκτορας διανέμει προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

2. Ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων ασκεί τη δραστηριότητα της περίπτωσης 5 του άρθρου 4 στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.

3. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, λυθεί η σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που θα εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, και αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, γι’ αυτό το διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη για το ασφαλιζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αντικείμενο, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης. Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα, με αναλυτική κατάσταση, τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή για τη διατηρούμενη σε ισχύ παραγωγή του και τις προμήθειές του που αναλογούν σε αυτή.Το βάρος απόδειξης για την απώλεια της παραγωγής φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση. Το ποσό του πρώτου εδαφίου δεν καταβάλλεται, αν η σύμβαση λύθηκε με πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή.Αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής, καταβάλλεται στον ασφαλιστικό πράκτορα ή συντονιστή το ήμισυ του ποσού που θα εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή παύσης της ποινικής δίωξης ή εν γένει απαλλαγής του πράκτορα ή του συντονιστή από τις σχετικές κατηγορίες, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει εντόκως στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή το ποσό που υπολείπεται. Αντίθετα, αν ο πράκτορας ή ο συντονιστής καταδικαστεί αμετάκλητα, επιστρέφει εντόκως το ποσό που έλαβε μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.Σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τεσσάρων (4) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί γι’ αυτό το διάστημα να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή, το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στα πρόσωπα που ο πράκτορας ή ο συντονιστής έχει ορίσει ως δικαιούχους. Αν δεν έχουν οριστεί δικαιούχοι, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει το ποσό αυτό στους κληρονόμους του θανόντος κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας.Σε περίπτωση αποχώρησης του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, λόγω συνταξιοδότησης, η ασφαλιστική επιχείρηση του καταβάλλει ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί να παραμένει γι’ αυτό το διάστημα σε αυτήν.

4. Ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ασκεί τη δραστηριότητα διανομής βάσει έγγραφης σύμβασης με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, με τρόπο που να αποτρέπεται η νομική και οικονομική εξάρτησή του έναντι αυτών. Ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων λαμβάνει:
α) προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ’ εντολή του πελάτη του, ή και
β) αμοιβή από τον πελάτη, βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.Ελάχιστο περιεχόμενο της συμφωνίας με τον πελάτη είναι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του μεσίτη ασφαλίσεων, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του πελάτη, ο χρόνος και ο τρόπος απόδοσης της αμοιβής και το ακριβές ποσό της αμοιβής ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, η βάση και η μέθοδος υπολογισμού της αμοιβής.

5.
Στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων, όταν πρόκειται για επαγγελματία πελάτη της παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και στη συνασφάλιση της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 2496/1997 (Α΄ 87), ο μεσίτης ασφαλίσεων μπορεί, αν δεν είναι δυνατή η άμεση έκδοση από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλιστηρίου του άρθρου 2 του ν. 2496/1997, να υποβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις «συμφωνητικό ασφαλιστικής κάλυψης», στο οποίο αναγράφονται οι προϋποθέσεις και οι όροι αποδοχής της ασφάλισης από τις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες βεβαιώνουν την αποδοχή της κάλυψης του κινδύνου. Ο μεσίτης ασφαλίσεων εκδίδει «πιστοποιητικό ασφάλισης» με βάση τα στοιχεία που συμφώνησε με την ασφαλιστική επιχείρηση, το οποίο παραδίδει στον πελάτη. Ο μεσίτης αντικαθιστά το πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με τη σύμβαση ασφάλισης.

6. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, διανέμει προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη δραστηριότητά του και αμείβεται με προμήθεια από εκείνην.

7. Η συνεργασία μεταξύ των εγγεγραμμένων προσώπων στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία. Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος από τους συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για τη διανομή των προϊόντων της μέσα από τη συγκεκριμένη συνεργασία και, κατά περίπτωση, για την εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του άρθρου 28, πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών (3) ημερών. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από τρεις (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.